Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

"Πυγολαμπίδες" της Roxannedur






σαν χάρτινες κουβέρτες
χάρτινες μορφές
χάρτινες βάρκες που δεν φεύγουν και χαλούν
επάνω μας.
Και να πολεμάς μέσα σου τον πηλό
κόκκινος, αμετάβλητος
μια φορά δοσμένος
στον ήλιο και με το
αίμα δεμένος
αμέτρητος.
Για τις ρυτίδες λειψός
και για το πνεύμα
περίσσιος.

πηγή: https://roxannestnm.wordpress.com/2017/07/04/%CF%80%CF%85%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%83/

Painting: Antonio Tapies

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

"The cow with Adagietto in F major by Gustav Mahler" by Petros Golitsis





"ΤΟ ΒΟΔΙ ΜΕ ΤΟ ΑΝΤΑΤΖΙΕΤΟ ΣΕ ΦΑ ΜΑΤΖΟΡΕ ΤΟΥ ΓΚΟΥΣΤΑΒ ΜΑΛΕΡ"

Τι μύγες θεέ μου! Θα ‘χει θάνατο. Μες στην παραφροσύνη του υπέθεσε γελώντας, ότι έχει κάποιο νόημα η ζωή, πως όλα δένουν μεταξύ τους έστω πρόσκαιρα. Μπροστά στο βόδι το σφαγμένο, κρατώντας το πάνω αριστερόχειλο του στραβωμένο, έβαζε τη γλώσσα στην κουφάλα του δοντιού. Φαντάζονταν για μια στιγμή πως η ζωή αξίζει μέχρι και να συντηρηθεί. Κοιτούσε ερωτικά το βόδι το γδαρμένο, το κρεμασμένο ανάποδα από τα δυό του πόδια και ψιθύριζε: «δεν φταις εσύ γλυκιά μου, δεν φταις που είσαι από σάρκα καμωμένη… ό,τι σε τρέφει εσένα, εμένα θανατώνει...» και έσπρωχε το βόδι από το θώρακα γλυκά, ερωτικά και ξαφνικά ακούγονταν από την Ευδοκία του Δαμιανού το γέλιο −γέλιο κοριτσιού− που τραμπαλίζονταν στο πεύκο. Άρχιζε με τραγούδια παιδικά «…», πηγαινοερχότανε το βόδι, έτριζαν τα τσιγκέλια, όπως οι κούνιες τρίζουν και ξάφνου μες στην επανάληψη, ο κόσμος σίγησε ολότελα. Κοίταζε τα μάτια των βοδιών που πλησιάζουν όλο και πιο αργά και αθόρυβα τα μάτια του, μάτια ερωτικά και πονεμένα… και ξαφνικά να πολλαπλασιάζονται… τα βόδια, οι άνθρωποι, οι πλανήτες… 
                «Σ’ αγάπησα πολύ». Σκούπιζε τον ιδρώτα του και τις παλάμες του τις ματωμένες στη λευκή ποδιά. «Ωραία που λάμπετε μοσχάρια μου, με τα μεγάλα μάτια…  εσύ βοώπιδα, Αθηνά. Δεν μοιάζεις με το βόδι το σφαγμένο του Ρέμπραντ φαν Ράιν, ούτε με τα σφαχτάρια του Φράνσις Μπέικον». Ο Μαξ Έρνστ μπροστά να προπορεύεται, ενώ η καλόγρια απ’ τη Χρονιά με τα 13 φεγγάρια του Φασμπίντερ στέκει παράμερα διαβάζοντας τον Σοπενχάουερ.
Πρώτα, τα βόδια σφάζονταν αυτοματοποιημένα. Μηχανικά πριόνια άνοιγαν στα δύο τον θώρακα, από πάνω έως κάτω… όμοια κι ο χρόνος μάς ανοίγει έναν-έναν. Έτσι και το σύμπαν. Κάποιες φορές πολλούς μαζί τυφλά και προαποφασισμένα, με μια διαδικασία πάνω από όλα αμετάκλητη. Με τον καιρό ο σφαγέας άφησε την μηχανή και επανήλθε στη χειρωναξία. Για την παραλλαγή, ας το πούμε ανανέωση. Κατά καιρούς πλανήτες, βόδια, άνθρωποι κρέμονται ανάποδα, σε νέους συνδυασμούς, σχεδόν αποκεφαλισμένοι, ενώ οι πλανήτες απο-ηλιοβολημένοι. Η κεφαλή κρατιέται από το σώμα με μια λωρίδα δέρμα και γυρίζει γύρω-γύρω, ενώ τα απανωτά φεγγάρια εκρήγνυνται σε ξέφτια που σκορπίζουν στο αστρικό σκοτάδι… Ο πρώην σφαγέας του Φασμπίντερ και του Μπέικον αλλάζει φύλο −κουράστηκε να σφάζει (παρακολουθούμε το οδοιπορικό του σε μια νέα Οδύσσεια).
                Μες στην παραφροσύνη του επιμένει πως η ζωή αξίζει μέχρι και να συντηρηθεί και αν δεν αξίζει, την συνεχίζει από αδράνεια σαν μια αιώρα που κινείται πλέον από μόνη της. Τι άλλωστε να κάνει; Πηγαίνει και φέρνει με βήμα βαρύ το επόμενο βόδι να το σφάξει, ακούγοντας την συμφωνία αριθμός 5 (την συμφωνία αριθμός 5,) αντατζιέτο σε Φα ματζόρε του Γκούσταβ Μάλερ. Το βόδι-πλανήτης-άνθρωπος, σαν άλλο βόδι του Σαλβατόρε ντι Τζιάκομο, προαισθανόμενο τη μοίρα των προγεγονότων, τινάζεται, διαστέλλοντας τις κόρες των ματιών του και εκεί ενώ του κόβεται η ανάσα κι ετοιμάζεται να αφηνιάσει… το σφάζει ακαριαία. Ο πίδακας παρών. Αρχίζει να το σέρνει, να το γδέρνει… ενώ στο βάθος, σκοτεινό και αιμάτινο εξαρχής –ποιος με καταδικάζει πριν καν τα χέρια μου κινήσω;– κείτονται βόδια στοιβαγμένα, πλανήτες, άνθρωποι πολλοί, σφαγμένοι, σακατεμένοι, διαμελισμένοι. Ένας  όγκος που κινείται και σαπίζει. Εκεί και η ανανέωση.
                Ακούγεται πλέον καθαρά και δυνατά, εντός του και εντός μας, το αντατζιέτο του Μάλερ. Η διαδικασία επαναλαμβάνεται. Η μουσική ολοένα και δυναμώνει. Ο ήρωας μας κινείται πιο αργά μαζί με τα βόδια, τους ανθρώπους κτλ. Στο τέλος τραγουδά. Φαντάζεται ότι είμαστε όλοι μαζί δεμένοι με σχοινιά που δεν αρχίζουν από πουθενά, δεν καταλήγουν πουθενά και σπάζουν μόνα τους απότομα, τροχιές δεμένες απ’ την ύλη, μας τραβούν, με πρώτο τον εαυτό του, οδεύοντας προς το χαμό μας… Σε μια ουράνια πλατφόρμα τρέχουν τα νερά απ’ όλες τις μεριές και πέφτουν. Στην διαδρομή προς το έδαφος γίνονται αίμα.


Από το βιβλίο "Η σάρκα των προσωρινών", εκδ. Γαβριηλίδης, 2015.


God, all these flies!  There must be something dead.  In his folly he fancied, chuckling, that there is some meaning to life, that everything bands together, albeit temporarily.  Standing in front of the slaughtered cow, his left upper lip twisted and sticking his tongue into his tooth’s cavity, he thought for a moment that life was even worth preserving.  He looked lovingly at the slaughtered cow, skinned and hanging upside down by her interlaced legs, and whispered: “It’s not your fault, sweetie; it’s not your fault that you are of flesh… whatever raises you, kills me…” And he pressed the cow’s breast gently and lovingly, when all of a sudden laughter was heard from Damianos’ film Eudokia a girl’s laughter, as she swung on the pine tree. She began singing nursery rhymes, “…”, the cow went back and forth, the hook squeaked as swings squeak, and suddenly in the repetitiousness, the world fell completely silent.  He watched the cows’ eyes approaching slower and quieter his own eyes, eyes amorous and sad, and suddenly multiplying cows, people, planets.
            “I loved you so much.” He wiped off his sweat and his bloody palms on the white apron.  “How beautifully you shine, my calves, with those large eyes of yours… you, large-eyed Athena.  You don’t resemble the slaughtered cow by Rembrandt van Rijn, or the slain beings by Francis Bacon.”  Max Ernst walks ahead, whereas the nun in The Year of 13 Moons by Rainer Werner Fassbinder stands aside reading Schopenhauer.                         
            Originally cows were slaughtered automatically.  Power saws cut in half the thorax from top to bottom.  The way time opens us one by one, so the universe.  Sometimes in a group, blindly and preordained, in an irrevocably determined process.  In due course the slaughterer abandoned mechanization and reverted to manual dexterity.  For variation, let’s say change. From time to time planets, cows, people hang upside down in various combinations, well-nigh headless, whereas the planets were deprived of sunlight. The head is attached to the carcass by a skin cord and rotates, while the successive moons explode into loose threads and scatter in the stellar darkness.  Fassbinder’s and Bacon’s ex-slaughterer changes sex, tired of slaughtering (we follow his drift in a new Odyssey).       
            In his folly he insists that life is worth preserving, and if not, at least let it go on inactive like a swing rusting as it creaks.  What else could he do?  He trudges along and brings another cow for slaughtering, while listening to Symphony No. 5, Adagietto in F major by Gustav Mahler.  The cow-cum-planet-cum man like another cow by Salvatore Di Giacomo, realizing the fate of the previous ones, jumps up, her eyes dilate, and tense as she is and ready to bolt, he slaughters her quick as a flash.  The squirt present.  He lugs her to skin her while at the rear, dark and bloody as usual who is to condemn me before I even move my hands? are piled up cows, planets and a number of men slaughtered, crippled, cut up.  Everything starts rotting.  The renewal results from above.
            Mahler’s Adagietto is now heard loud and clear inside him and inside us. The process is repeated. The music grows louder as our hero takes his time moving along together with the cows, the people and the planets.  In the end he starts singing again.  He imagines us all tied together with ropes that start from nowhere, lead to nowhere, and break just like that. With first himself, bound to matter which pulls him.  Satellites are advancing towards our doom, getting out of orbit as it is interrupted.  On a celestial platform run waters on all sides and flow down.  On their way earthwards they turn into blood.                          

Pétros Golítsis, from "The flesh of the temporary" (2015)
Translated by Yannis Goumas

Painting by: Χρήστος Παλλαντζάς (1962 Λάρισσα-) ΑΣΚΤ Αθήνας (1983-89) N.S des Beaux Arts Παρισιού (1990-92). L’Amour et le Rene, 1999, 145Χ191 εκατ. Λάδι σε καμβά.