Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Δημήτρης Λεοντζάκος, "Να μετεκπαιδευτούν τα όργανα"



Να μετεκπαιδευτούν τα όργανα
Σ' αυτόν τον κήπο του εαυτού
Να κελαηδεί η σπλήνα
Να γίνουν σμήνη τα νεφρά
Να ροκανίζουν ίσκιους
Τα πόδια να μην περπατούν
Τα χέρια να βελάζουν
Τα μάτια αναρριχητικά
Στα σπλάχνα να θαυμάζουν
Οι φλέβες κόκκινα πλεχτά πουλιά
Και να αποδημούμε
Σκοτάδια στο στομάχι ν' αντηχούν
Να ανατέλλουν κρίνα
- στικτά γαλάζια και εκτενή
κυρτά και να μεσουρανούνε -
Η καρδιά να γίνει άνεμος τρελός
Ν' ανάψει ο κόσμος
Λίμνες να τρέχουν ποτάμια άγρια νερά
Για να βραδυπορούμε
Και στα μαλλιά του ποιητή
Να ανθίζουν περιστέρια
Δάση να 'ρθουν
Ιπτάμενα να κατεβούν
Να κατεβούν αρπαχτικά
Ν' αγκαλιαστούμε
Να 'ρθουν καπνοί
Να 'ρθεις και συ
Να μπούμε στον υμένα


___
Δημήτρης Λεοντζάκος, Τα σκυλιά του Ακταίωνα, εκδ. Νεφέλη, 2014.

Ειρήνη Καραγιαννίδου, "Che faro senza Euridice"


[ Με την ψυχή στο στόμα
Χωρίς ποτέ σου να τη δεις
Μερόνυχτα παραπανίσια
σύρτα-φέρτα

Κάπως αργά το καταλάβαμε
Πως ήταν πρόγνωση Καιρού
Να μην εξελιχθούμε σε Θεούς
πριν γίνουμε άνθρωποι

Γι ΄ αυτό
και τίποτα
Το αναστημένο
στον Αόριστο

Γι ΄ αυτό
και το Μηδέν
ο πιο σπουδαίος
αριθμός

Στην έλλειψή του
κλαίμε. ]

______
βλ. και ποιείν: http://www.poiein.gr/archives/28137

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Σπύρος Θεριανός, "Τα καφενεία"




Σ’ ένα καφενείο έκατσε
κι έγραψε
την τελευταία του επιστολή ο Κώστας Καρυωτάκης.

Από ένα καφενείο
βγαίνει μεθυσμένος σ’ ένα ποίημά του
ο Wang Tou-Ts’ing.


Στα λουστραρισμένα τραπεζάκια ενός καφενείου
καθόταν απελπισμένος κι έγραφε
ο Φερνάντο Πεσσόα

ενώ στ’ άσπρα τραπεζάκια του café Tergeste
όπου σύχναζαν οι κακοποιοί και οι πουτάνες
έγραψε ο Ουμπέρτο Σάμπα
τα πιο πρόσχαρα στιχάκια του.

Στη γωνιά ενός καφενείου κάθομαι κι εγώ
χωρίς κανένας να με προσέχει.

Πίνω αργά το καφεδάκι μου
κοιτώντας την έρημη πλατεία
τους φανοστάτες, τα παγκάκια
τα μικρά καλάθια των απορριμμάτων
το αστικό λεωφορείο που περνά βαρύθυμο
στο βάθος –
κλείνω τα μάτια μου στο χειμωνιάτικο φως
που με θερμαίνει ηδονικά

σαν να ‘ναι αυτό η μόνη αλήθεια.

______
Σπύρος Θεριανός
(Ντυμένος επίσημα, εκδ. Πλανόδιον, 2008)

Larry Cool, "ΣΩΜΑΤΑ ΑΥΤΑΝΑΦΛΕΓΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥΣ"


Μεταλλάσσομαι σὲ στῖλβον ὕδωρ
Μέσα ἀπ’ τὸ πολύπλοκο δίκτυο τῶν σωλήνων,
Φθάνω στὸ λουτρὸ μιᾶς λουομένης
Ἔκπληκτη βλέπει τὸ νερὸ νὰ παίρνῃ μορφὴ σώματος,
Μ’ ἕναν κρυστάλλινο φαλλὸ νὰ τὴν βιάζῃ.

Τῆς εἶμαι ἄγνωστος
Στὸ δρόμο τῆς προσφέρω τριαντάφυλλα.
Τὴ νύκτα στὸ ὑπνοδωμάτιό της,
Ἁπλώνεται βαριά, ἡ λιποθυμικὴ εὐωδιά τους
Οἱ μίσχοι τους ἑλίσσονται γύρω ἀπ’ τὰ μέλη της
Τ’ ἀγκάθια μου,
Κεντοῦν στὰ στήθη της μικρές σταγόνες αἵματος
Ἕνα ῥόδο εἰσδύει μέσα της κι ἀνθίζει
-«Λατρεύω τὸ μουνάκι σου,» τῆς ψιθυρίζω
Ξυπνᾶ καὶ μὲ βλέπει ν’ ἀπομακρύνομαι,
Πηδῶντας ἀπ’ ἄστρο σ’ ἄστρο.

Πέτρος Γκολίτσης, "Τα κόκαλα που ξεκουράζονται ή ο Πάμπλο Ντε Ρόκα"



"Κούραση στα κόκαλα/ Κούραση στην καρδιά!...
[...]Να πηγαίνεις, να πηγαίνεις γυροφέρνοντας/ σαν γέρικη βοΪδάμαξα

μες στις μακρινές στράτες.../Τα κόκαλα κουράστηκαν!"
                                          Πάμπλο Ντε Ρόκα, 1894-1968
46 χρόνια νεκρός. 
Του χρόνου 47. 
Τα κόκαλα ξεκουράζονται. 
Το ρινικό οστό φαγωμένο. 
Οι φάλαγγες των δακτύλων χωρισμένες.

Γεια σου Σπύρο Θεριανέ! 
Όλοι θα γίνουμε
-αν δεν είμαστε ήδη-
Πάμπλο Nτε Ρόκα.

____
(2014)

Πάμπλο ντε Ρόκα, "Τρένο"



Κούραση στα κόκαλα
Κούραση στην καρδιά!...
Κούραση οργισμένη, μαύρη! Η πικρή κι αμετάκλητη...

Κάματος των ποδιών,
κι οι κόσμοι κουρασμένοι,
κουρασμένη η γλώσσα,
τα πράγματα, τα φρούτα...

Να πηγαίνεις, να πηγαίνεις γυροφέρνοντας
σαν γέρικη βοΪδάμαξα
μες στις μακρινές στράτες...
Τα κόκαλα κουράστηκαν!

___
ΠΑΜΠΛΟ ΝΤΕ ΡΟΚΑ
(Χιλή, 1894-1968, μτφρ.: Ρήγας Καππάτος)

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Σπύρος Θεριανός, "Ήταν αυτό που λέμε μη σου τύχει κακός γείτονας..."



Ήταν αυτό που λέμε μη σου τύχει κακός γείτονας. Ενοχλητικός.
Μας χτυπούσε τα κουδούνια κάθε τρεις και λίγο. "Έπεσαν φύλλα από τα λουλούδια σας στο μπαλκόνι". "Με ενοχλούν οι σελίδες από το βιβλίο όταν τις γυρίζεις".
Η γυναίκα μου μού έλεγε "κάτι πρέπει να κάνουμε μ' αυτόν".
"Θα τα κάνουμε χειρότερα" της έλεγα. "Είναι εκδικητικός".
"Τον φοβάσαι" μου έλεγε η γυναίκα μου.
"Όχι" της έλεγα κι έσκυβα το κεφάλι.
Δεν μπόρεσα τελικά να το αφήσω να περάσει έτσι.
Την ημέρα τής κηδείας του πλάκωσα το φέρετρό του στα γιαούρτια.

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Γρηγόρης Σακαλής, "Απορία"




Ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ
καθώς γέμιζα ξανά και ξανά
το ποτήρι της μοναξιάς μου
και το έπινα μονορούφι
αναρωτιόμουν
πως γεννιέται η αγάπη
και πως πεθαίνει
αν υπάρχει αληθινά
ή μήπως είναι ψευδαίσθηση
η αγάπη που όλα τα μπορεί
και όλα τα νικάει
πως γίνεται απουσία και σκοτάδι
η αγάπη που συγχωρεί
πως τίποτα πια δεν ανέχεται
δεν κατηγορώ εσένα
τον εαυτό μου κατηγορώ
πως πέθανε η αγάπη
ποτέ δεν το κατάλαβα.

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

Γλυκερία Μπασδέκη, "Αυτός με πίστεψε..."




Αυτός με πίστεψε
Αυτός με ρούφηξε
Αυτός με γιόρτασε
Αυτός με χόρτασε
Αυτός μου έφερε λαγούς
Αυτός με χτένισε
Αυτός με μύρισε
Αυτός με στόλισε
Αυτός έγλειψε τα σημάδια


΄Αλλονε δεν θέλω
Αυτουνού είμαι

Γλυκερία Μπασδέκη, "Είναι επικίνδυνο ν' ανοίγεις την πόρτα σου σε άγνωστες μικρές"


Κάθε βράδυ βγαίνει βόλτα με ένα καρότσι.
Μέσα του δεν υπάρχει μωρό, αλλά γάτα.
Τη φωνάζει Αγαύη και είναι τριών μηνών.
Κάθεται πάντοτε στο ίδιο παγκάκι. Στον
Βοτανικό κήπο. Την παίρνει αγκαλιά
και απαγγέλει στίχους από τον Άμλετ. Γύρω του
μαζεύονται διάφοροι: πόρνες, φονιάδες,
τραβεστί, νταβατζήδες, νάνοι από το
διπλανό τσίρκο, άρρωστοι με Έητζ που
το 'σκασαν από το Λοιμωδών. Τους αφήνει
να τη χαϊδέψουν κι αν έχει κέφια, τους
δίνει να την κρατήσουν για λίγο στην
αγκαλιά τους. Μόλις αρχίσει να φέγγει
σηκώνεται βάζει την Αγαύη στο καρότσι
και φεύγει βιαστικά για να ανοίξει
το ιατρείο του. Όπως πάντα.

 _______
(στον Γιώργο Χειμωνά)

 Γλυκερία Μπασδέκη, Είναι επικίνδυνο ν' ανοίγεις την πόρτα σου σε άγνωστες μικρές, εκδ. Πλέθρον, 1989

Κυριακή 30 Μαρτίου 2014

Κωνσταντίνος Τσώνης, "Τριανταφυλλένιο άρωμα"

 


H ψυχή μου σαν σαξόφωνο ακολουθεί τη μελωδία των μαλλιών σου
καθώς ανεμίζουν στον άνεμο.
Και σαν γελάς, ένα τριαντάφυλλο ανθίζει στα κοκκινωπά σου χείλη.
Κρυσταλλένια ανάμνηση το βλέμμα σου σε κάθε όνειρο 
κι η γλυκιά σου σκιά νοσταλγικό άγγιγμα, που προσπερνά
της μοναξιάς τον πόνο δίχως όμως να γεμίζει το κενό...

Γλιστράς μες στην καρδιά μου κι όπως ένα σεντόνι σκεπάζει τον καημό,
γεμίζοντας δάκρυα στα μάτια.
Και σαν μια μικρή πεταλούδα χορεύεις, για να απαλύνεις τον πόνο μου,
μα η απουσία σου σαν αυγουστιάτικο φεγγάρι αγγίζει
της μοναξιάς τον ουρανό κι η πνοή μου
συνεχώς θροϊζει θλιμμένη κι απελπισμένη τη δική σου τη δροσιά...                                                                          
Τριανταφυλλένιο άρωμα έχει το άσπρο φόρεμά σου
κι ο καταγάλανος ουρανός μαντήλι στο λαιμό σου.
Σε κάθε παλμό της η καρδιά μου φωνάζει το όνομά σου
σαν μια αγκαλιά θα είμαι εκεί σε κάθε όνειρό σου...
 
 

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

Γιώργος Αναγνώστου, "Διαδρομές σε αναζήτηση ονόματος"





                                                         Είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς
                                                                                                                                                        Νικόλαος Κάλας                                                  

Στα Δίχτυα της Αράχνης Μπάροουζ Ο Ταξιτζής Γκάλης Το Βαρύ Πεπόνι NBA Άγνωστος Πόλεμος Ο Ανθρωπος Δίχως Πρόσωπο Κουμανταρέας Λάσυ ΜακΚάλερς Άγγελοι του Τσάρλι Χαβάι 5-0 Ο Νονός Φόκνερ Σαββόπουλος Μπόρχες Νέο Κύμα Καστρινάκης Μάτζικ Δούκα Τζόρνταν Κράμερ Εναντίον Κράμερ Καζαντζίδης σκυλάδικα adidas Σαμπάτο σακάκι επαρχιώτικο Ο Θίασος Ντίλαν γκάιντα Ευδοκία συγγενείς στη Γερμανία Η Θεία μου η Χίπισσα Αναγνωστάκης Μπαέζ Κότζακ φροντιστήριο αγγλικών Ο Πρωτάρης Πασχάλης Αντονιόνι μπλου τζιν
πριν τα σόρι και τα οκέι
με ολ σταρ και μεις στο play
του πάνω κάτω Κυριακάτικης βόλτας
όπου κανείς 
μα κανένας
οι βαφτισμένοι στον καθ’ ημάς κανόνα
δεν μνημονεύσαμε την θελκτική μαντόνα  
με liqueur ποτέ
μα ποτέ
όπως της έπρεπε
«Ελληνοαμερικανοί plus»
το όνομα αυτής της. . . λεωφόρας.



Γιώργος Αναγνώστου, Διασπορικές διαδρομές, εκδ. Απόπειρα, 2012.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Ηλίας Τσέχος, "Και χάικου και επιγράμματα"



Μες στο ψυγείο
Δυο μήλα που άφησα
Να μη σαπίσουν

*

Ω! αναπνέω
Φωτογραφίες παλιές
Εικόνες χρόνου

*

Οι πικροδάφνες
Άνθη πυκνά μπουκέτα
Αχ! διψασμένα


___
Ηλίας Τσέχος, Τα πλήθη του ενός, εκδ. Κουιντα, 2013.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Αντώνης Φωστιέρης, "Το γραπτό"


Αρχίζοντας ένα γραπτό τι θέλουμε;
Να μπούμε στο κουκούτσι αυτού του κόσμου;
Ή να τον σπάσουμε;
Να εξαχνωθεί στη φαντασία
Και άφθαρτο
Ν’ αναδυθεί ένα σύμπαν από λέξεις; Η άμπωτη
Ν’ αφήσει πίσω της κροκάλες αισθημάτων;
Φόβους και όνειρα; (Τ’ απόνερα του ύπνου εννοώ.
Kαι τ’ άλλα, για το αύριο που βαραίνει). Αρχίζοντας
Πάντα το ίδιο ατέλειωτο γραπτό
Μ’ ένα ορμαθό
Από ρυθμούς και εικόνες. Νιώθοντας
Πως τίποτα δεν θέλουμε στ’ αλήθεια - πως
Ενα γραπτό είν’ ένα σύμπαν από τίποτα. Και πως
Αυτό το ατέλειωτο γραπτό
Είναι το γραφτό μας.

______
Αντώνης Φωστιέρης, Τοπία του τίποτα, εκδ. Καστανιώτη, 2013.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Γιώργος Γιαννόπουλος, "Πορτρέτο"



Οι μαστοί της ανθίζουν ελαφρά
πάνω από τα όρια του διαφράγματος
γεύση από ρίζα ανέλπιστου βλαστού

Το κορμί της θυμίζει
το όνειρο του Γκωγκέν στα νησιά

Λούζοντας τα μαλλιά της
από χρώμα φλοιού καλοκαιριάτικου πεύκου
μοιάζει με βικτοριανό νούφαρο
στη μεγάλη έκθεση του Μισούρι
το 1904

Στο κρεβάτι στη στάση του λωτού
ένα κύμα κόκκινου
ερυθριάζει
την κατάλευκη σάρκα της

Τα χείλη της γευστικά
μπισκότα Ουτρέχτης

Ο πεταχτός της πισινός
δροσερό αχλάδι

Οι γλουτοί της γυμνασμένοι
από την ποδηλασία των ονείρων
ξέρουν να σφίγγουν το πάθος
που ζώνει τα σωθικά

Στα γόνατα και μπρούμυτα
μυρίζει δίψα του πρωτόγονου

Κι όταν ανοίγει τα σκέλια της
το γιονί της
χαρίζεται στο μέλι των αισθήσεων
στο λαχάνιασμα του έρωτα
στη ζάλη του οργασμού

Μοσχοβολά τότε το σώμα
κι οι αισθήσεις
καταφάσκουν στη χαρά της ζωής

___
Γιώργος Θ. Γιαννόπουλος, Διαδρομή, εκδ. της αύριον, 2000.


Θόδωρος Καλαμπούκας, "Σαν πρόλογος"


"...Τα ποιήματα σου που αγάπησα γιατί τα καις;
Γιατί τα καταστρέφεις; Μοιάζει μ' αυτοκτονία,
στρέφεσαι ενάντια στον εαυτό σου..."
Από γράμμα του φίλου Γ.Ι.* 


Όταν έχεις συμπληρώσει
μια μακριά θητεία εκτεθειμένος
στον ήλιο και στον άνεμο
παύεις να συγκρατείς
λεπτομέρειες γεγονότων
που άλλοτε θα σου φαινόταν αξιοσημείωτα.

Αργότερα, διαπιστώνεις ότι
χωρίς να τό 'χεις καταλάβει
απόθετες στη λησμονιά ολόκληρα τα γεγονότα.

Γίνεται όπως με τα στεφάνια της πρωτομαγιάς:
Μαραίνονται, στεγνώνουν μέχρι το καλοκαίρι,
ώσπου τις νύχτες του Αϊ-Γιάννη ανάβουμε μ' αυτά φωτιές.

Έτσι, ίσως εξηγείται γιατί ο Νέρων έκαψε τη Ρώμη.
Υποψιάζομαι
ότι βαθιά την αγαπούσε.
Τώρα μπορεί να φανταστεί κανείς
τα συναισθήματα που προκαλεί
η απρόοπτη ανεύρεση ενός φακέλου ξεχασμένου
με σημειώσεις και μικρά χαρτάκια
ιχνογραφημένα με κομμάτια ζωής
καθώς αναδύονται από τη λήθη.

Πολλά απ' αυτά είχαν ξασπρίσει κυριολεκτικά
και κάποια στάθηκε αδύνατο να τα διαβάσω.
Δε μένει αμφιβολία:
Ο καιρός έκανε ευσυνείδητη δουλειά.

Μεγάλωνε η έκπληξη μ' όσα διαβάζονταν.
Ήταν γραμμένα, βέβαια, από το χέρι μου.
Οι σκέψεις έμοιαζαν νά' ναι δικές μου.
Κι όμως, τα γεγονότα ολωσδιόλου άγνωστα.

Σα να' χε από ρωγμή περάσει φως
στο αρνητικό του σκοτεινού θαλάμου.

_
Ο Γ.Ι. είναι ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985)

Θόδωρος Καλαμπούκας, Αντοχή των υλικών, εκδ. Αλδε, 2007. 

Δημήτρης Πέτρου, "Πανελλήνια ορειβατική"

 

Ι


Κατεβαίνει βραχνός από τους εφτά ουρανούς
ο αδερφός μου ο Δαυίδ
κι εγώ του λέω, πως έγινες έτσι αδερφάκι μου
ή
τι καιρό κάνει ψηλά στα βράχια;
Απόγευμα όπως πάντα και συμβαίνουν μεγάλα γεγονότα.
Αφού σου το ’πα, μη μου φωνάζεις από μακριά,
είμαι λιγάκι περήφανος,
έλα πιο κοντά με τα καινούργια παπούτσια.
«Γνωρίζω από νεροποντές» θυμώνει ο Δαυίδ,
χρόνια φαροφύλακας στην άκρη,
«γνωρίζω από ταλαντώσεις κι άλλα στολίδια του λαιμού».

Έχεις το ίδιο πρόβλημα με μένα.
Θα σε ονομάσω Χόλντεν, δε θα μιλάς πολύ,
να πάρεις και γάντια.
Μόνο πρόσεξε, μη σου ξεφύγει λέξη μπροστά στα κορίτσια.


ΙΙ


Κατεβαίνει πάλι ο αδερφός μου με τον κόκκινο λαιμό.
Εκείνον τον καιρό έκανα το αγροτικό μου.
Του λέω, κάτσε να σε δω, δε μου μοιάζεις καθόλου.
Θυμάσαι την εποχή με τα Μπρεν και τα στραβά ποδήλατα;
Έκανε πως με άκουγε, αλλά μια μουσική μηρύκαζε τ’ αυτιά του
κι ύστερα είχε πέσει και λίγο σκοτάδι.

Δώσαμε ραντεβού την επομένη στα χωράφια κι έκτοτε δεν τον ξανάδα.
Διορίστηκε στο Ακρινό, μελετητής ήχων του παρελθόντος.

Εγώ τελείωσα τις σπουδές, έφυγα στο εξωτερικό κι όταν γύρισα
έμαθα τη φήμη πως έχω πεθάνει.

______
Δημήτρης Πέτρου, Α' Παθολογική, εκδ. Μικρή Άρκτος, 2013.

Θόδωρος Καλαμπούκας, "κθ΄"


Ποιος χτυπάει την πόρτα;


Σ' αυτό το κτίσμα κατοικείς μονάχος.
Δεν υπάρχει κανείς άλλος
ώστε να υποθέσεις
ότι
εκτός από τον άνεμο
θα μπορούσε, πιθανώς, κάποιος
να είχε την πρόθεση να μπει.

Λοιπόν, ποιος χτυπάει την πόρτα;

Μέτρησες την απόσταση σε χρόνο.
Και τί θα γίνει αν δεν αποκριθείς;
Μήπως και στη δική σου ακοή
δεν είναι η φωνή σου ξένη;





_______
Θόδωρος Καλαμπούκας, Αντοχή των υλικών

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

Γιάννης Βούλτος, "Περιπλάνηση"

ΙΙ

Άδειασα το νου μου
Από στοχασμούς
Για να γεμίσει
Δέντρα που λυγίζουν
Στους αέρηδες

____
Γιάννης Βούλτος, Μαρτυρία, 2014.

Δημήτρης Πέτρου, "Το πορτρέτο της Άννας"



Η Άννα κατάκοιτη
πάνω σε μια νύχτα που απλωνόταν σαν τις φλοκάτες στη βροχή.

Το σπίτι μικρό, τόσο μικρό, που ούτε η σιωπή
έβρισκε μέρος να σταθεί.
Για κουρτίνες είχε το νυφικό της φόρεμα
και στα πολύφωτα κούρνιαζε σκόνη μαύρη σαν ρόγχος
ή σαν θηλιά δεμένη πρόχειρα.

Κάποτε είχε φυτρώσει ένα χταπόδι-δέντρο στο σαλόνι
και οι γείτονες μαζεύτηκαν με τα κουζινομάχαιρα να το πελεκήσουν
κι ύστερα κάθισαν και τους κέρασε γλυκό.

Η Άννα κατάκοιτη
έριχνε στο ποτάμι των μαλλιών της ενθύμια και βρισιές,
για έναν άντρα που αγάπησε τετρακόσια χρόνια
-όσα τα χρόνια που έζησε με την αρρώστια-
με τα βλέφαρα της στο κομοδίνο
σ’ ένα ποτήρι δάκρυα.

Τη μέρα που τη θάψαμε, ο ήλιος είχε πρόσωπο συγκεκριμένο.
Ένας ήλιος γκρινιάρης, σακάτης και μοχθηρός,
ανεβοκατέβαινε από τον κόσμο των τυφλών
στον κόσμο των βαριεστημένων.

______
Δημήτρης Πέτρου, Α' Παθολογική, εκδ. Μικρή Άρκτος, 2013.

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Δημήτρης Ελευθεράκης, "Στην πλατεία του βασιλικού αλόγου"

The great statue of the General Du Puy
Rested immobile …
Wallace Stevens
Το μεγαλόπρεπο άγαλμα του βασιλικού ίππου
με το ένα πόδι ανασηκωμένο, δέσποζε
στο κέντρο της Πλατείας του Βασιλικού Αλόγου,


ομοίωμα καθαρής ύλης, άκαμπτη μονιμότητα.
Κι όμως το άγαλμα στροβιλιζόταν έπαιζε μεσουρανούσε,
γιατί ο κόσμος πάνω στην πλατεία γύριζε


μες στο νεκρό άσαρκο μάτι του.
Όλα τα νεύρα εκείνου του μυώδους μπρούντζου
ανέμεναν μια περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς,


ένα χαμένο σάλπισμα πραγματικότητας.
Αλλά η μέρα (κάθε μέρα) ήταν ακίνητη,
οι πάπιες, τα παιδιά, οι νεκροφόρες


είχαν ζωή μόνο στη σκέψη του αγάλματος.
Ο κόσμος ήταν η αφαίρεση ή το άλογο; Ποιος ξέρει –
Πάντως το σύνολο κάτι συμβόλιζε∙ ίσως απελπισία 


και έκσταση∙ μάλλον απελπισία και έκσταση.
Μέσα στην έλλειψη, γύρω στο παιγνιώδες κέντρο
όλα σκληρά σαν μολυβένιοι στρατιώτες, 


κι ο περιπατητής που διαβάζει με αφέλεια ή τρόμο
τη σκοτεινή επιγραφή στη βάση του αγάλματος:
«Κοίταξε το μπρούντζινο μάτι του ζώου, σε λίγο θα χαθείς.»

__
βλ. και http://frear.gr/?p=1806

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Larry Cool, "Ὁ κόσμος εἶναι μιὰ διαταραχὴ τοῦ μυαλοῦ..."



Ὁ κόσμος εἶναι μιὰ διαταραχὴ τοῦ μυαλοῦ 

Μέσα στὸ θόλο τ’ οὐρανοῦ, εἴμαστ’ οἱ σκέψεις του:
Περιφερόμαστε κρατῶντας κάτι χρυσὰ κλουβιὰ 
Μέσα ἔχουμε τὰ γεννητικά μας ὄργανα 
-«Ὡραῖο τὸ μουνάκι σας»
-«Κι ὁ ποῦτσος σας. 
Νὰ τὰ βάλωμε μαζὶ νὰ παίξουν;»

Ὁ Χριστὸς ἀπ’ τὰ σύννεφα πυροβολεῖ τραπεζίτες 
Ἄγγελοι ἀπὸ ὑδροκυάνιο, 
Πιάνουν τὶς ἀστραπὲς καὶ προσγειώνονται 
Μιὰ διαπεραστικὴ κραυγή,
Ἀποκεφαλίζει τὸν πρωθυπουργὸ 
Ἀπ’ τὸν κῶλο του πετάγεται ἕνας ἔντρομος νάνος.

-«Τί σοῦ συμβαίνει ἀπόψε, ἀγάπη μου; 
Σὲ κάθε βῆμα σου, 
Ἕνα κορμὶ καινούργιο βγαίνει ἀπ’ τὸ παλιὸ» 
-«Εἶμ’ ἕνας ποταμὸς Δύο στιγμὲς δὲν ζῶ στὸ ἴδιο σῶμα

Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Στέργιος Μήτας, "Το τελευταίο στιγμιότυπο της ευρωπαϊκής διανόησης"



Αμείλικτη πάντα η σελίδα:
ανέκδοτο συγχωροχάρτι.
Μετράει ξέπνοα η Ενάτη
σου - κι ο ρόλος είναι απλός.
Άλλοτε πρίγκιψ (ή τρελός),
απλώνει η αυλαία ρυτίδα.
Ακολουθούνε διαφημιστικά
- και η μουσική των τίτλων.
Θλιμμένος Μπάστερ Κίτον:
γνέφεις σ' ένα μοντάζ βωβό.
Κι η μέρα έγειρε γλυκά:
σπασμένο ντε-σε-βώ.

________
Στέργιος Μήτας, Έμμετρη φυσική ιστορία των θεάτρων, εκδ. Μικρή Άρκτος, 2013.

Άκανθος, "ΟΙ ΠΟΡΝΕΣ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ"



για να θυμάμαι τον Γ.Χαλεπά

ΕΡΠΗΤΕΣ ΤΩΝ ΛΙΠΑΡΩΝ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΩΝ
ΑΠ Ο ΤΟ Π ΡΑΣΙΝΟ ΜΑΡΜΑΡΟ
ΩΣ ΤΟ ΦΩΣ
ΠΡΙΝ ΑΚΟΜΑ ΤΗΝ ΚΑΘΟΔΟ ΑΠ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ
ΟΙ ΜΑΥΡΕΣ ΔΟΞΕΣ ΜΕ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΜΗΤΕΡΑΣ
ΣΤΙΣ ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕΝΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ
ΤΑ ΓΥΜΝΑ Π ΟΔΑΡΙΑ ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟΧΩΜΑ
ΒΡΙΣΚΟΥΝ
ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΚΡΥ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ
ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΜΑΡΜΑΡΟ ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΟΥ
ΟΙ ΠΟΡΝΕΣ ΠΕΤΡΕΣ ΤΗΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ
ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΝΟΥΝ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΔΑΦΝΟΜΗΛΗ
ΣΤΟ ΓΑΛΛΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ
ΣΤΑ ΑΚΡΙΒΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑ
ΧΑΡΑΚΩΜΕΝΕΣ ΑΠ ΤΙΣ ΑΗΔΙΕΣ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ
Η ΜΕΤΑΝΟΙΩΜΕΝΗ ΠΟΡΝΗ ΤΟΥ ΠΑΝΟΡΜΟΥ
ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
ΞΟΡΚΙΖΕΙ ΤΑ ΔΙΠΛΑΝΑ ΜΑΓΑΖΙΑ
ΠΟΥ ΤΗ ΜΑΤΙΑΣΑΝ
OΛΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΡΜΑΡΟ
ΠΡΙΝ ΑΠ ΤΟ ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ
ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΠΕΤΡΑΣ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ
ΣΚΑΝΕ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΘΕΣΜΙΣΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ
ΣΩΡΟΙ ΑΠΟ ΚΡΕΑΣ ΑΝΘΡΩΠ ΙΝΟ
ΤΡΑΒΑΝΕ ΤΙΣ ΚΟΥΡΤΙΝΕΣ
Η ΜΥΚΟΝΟΣ Η ΔΗΛΟΣ ΤΑ ΑΛΑΤΣΑΤΑ
ΟΙ ΚΥΡΙΕΣ ΚΟΒΟΥΝ ΒΟΛΤΕΣ ΣΤΗΝ ΥΜΗΤΤΟΥ
ΟΜΙΛΟΥΝ ΑΠΤΑΙΣΤΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΚΕΡΚΥΡΑΙΩΝ
ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΑ ΓΛΥΚΟΛΟΓΑ
ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ ΤΑ ΠΡΩΙΝΑ ΣΤΗΝ ΤΗΝΟ


__________

απο τη Συλλογή "ΤΥΧΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΗ" εκδόσεις ΦΙΛΝΤΙΣΙ